Επιμένων ή Υποτροπιάζων Υπερπαραθυρεοειδισμός

Επιμένων ή υποτροπιάζων υπερπαραθυρεοειδισμός παρατηρείται σε ένα μικρό αλλά σημαντικό ποσοστό ασθενών (5 – 10 %) που έχουν ήδη υποβληθεί σε μία επέμβαση για την αντιμετώπιση της νόσου. Σε αυτή την περίπτωση θα πρέπει ο ασθενής να υποβάλλεται σε προσεκτική διαγνωστική διερεύνηση κατ’ αρχάς για την τεκμηρίωση της διάγνωσης του υπερπαραθυρεοειδισμού. Αφού τεκμηριωθεί η διάγνωση και πριν την επανεπέμβαση έχει ιδιαίτερη σημασία οι εξετάσεις εντοπισμού (έχουν συζητηθεί λεπτομερώς στο κεφάλαιο ‘Αδένωμα Παραθυρεοειδούς’. Στην ιδανική περίπτωση θα πρέπει να υπάρχει συμφωνία στα αποτελέσματα τουλάχιστον δύο από τις εξετάσεις αυτές (συνήθως υπερηχογράφημα από έμπειρο ακτινολόγο και σπινθηρογράφημα sestamibi). Χωρίς εξετάσεις εντοπισμού τα ποσοστά επιτυχίας της επανεπέμβασης είναι μικρά (περί το 60 %). Αντίθετα, όταν υπάρχει εντοπισμένη νόσος τα ποσοστά επιτυχίας της επανεπέμβασης φθάνουν το 95 %. Σε αυτή την περίπτωση ο χειρουργός θα πρέπει να αναμένει ένα ‘μη φιλικό’ χειρουργικό πεδίο, λόγω ίνωσης και αλλαγής της ανατομίας των παραθυρεοειδών από την προηγηθείσα επέμβαση. Για το λόγο αυτό η επανεπέμβαση είναι τεχνικά δυσκολότερη σε σχέση με την αρχική επέμβαση. Η πιθανότητα εμφάνισης επιπλοκών είναι επίσης υψηλότερη στις επανεπεμβάσεις (κυρίως κάκωση παλίνδρομου λαρυγγικού νεύρου και μόνιμος υποπαραθυρεοειδισμός). Επίσης η πιθανότητα αποτυχίας της επεναπέμβασης είναι μεγαλύτερη σε σύγκριση με την αρχική επέμβαση. Η πιθανότητα αυτή σχετίζεται αντιστρόφως με την εμπειρία του χειρουργού. Όσο μεγαλύτερη είναι η εμπειρία στη χειρουργική των ενδοκρινών αδένων τόσο μικρότερη η πιθανότητα αποτυχίας της επανεπέμβασης.

Τονίζεται ιδιαίτερα ότι σε επιμένοντα/υποτροπιάζοντα υπερπαραθυρεοειδισμό θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η πιθανότητα έκτοπου ή υπεράριθμου παραθυρεοειδούς, που θα πρέπει ιδανικά να έχει εντοπισθεί προεγχειρητικά (βλ. ξεχωριστό κεφάλαιο υπό τον τίτλο ‘Έκτοπος-Υπεράριθμος Παραθυρεοειδής και η σημασία του στην κλινική πράξη)’.

Τα δεδομένα αυτά υπογραμμίζουν την ανάγκη οριστικής επίλυσης του προβλήματος του υπερπαραθυρεοειδισμού ήδη με την πρώτη (αρχική) επέμβαση ώστε να αποφευχθεί η ανάγκη νέας επέμβασης (επανεπέμβασης)